Κεφάλαιο 1.
Πόθος

Ο Εδουάρδος την είχε μικρή. ¨όχι πολύ μικρή, αλλά μικρή. Ήταν πιο μικρή από του Σήφη, και του Clarens. Ακόμα και ο μικρός μολδαβιανός υπηρέτης τους την είχε μεγαλύτερη.

Αν σκεφτείς ότι ήταν πρωτοπόρος της λέσχης υπερβολικής κατανάλωσης αλατιού , μετά από τόσα κιλά αλάτι η πίεση του έπρεπε να είχε ανέβει.

Κοίταξε το μεγάλο δρύινο ρολόι που είχε φέρει η Ρόζα από το Θιβέτ και αναστέναξε. Εάν δεν κατάφερνε να την σηκώσει ακόμα λίγο θα έχανε την θέση του στο Δ.Σ. του συλλόγου. Μία θέση αξιοζήλευτη στην μικρή πόλη της Μπερτίκ.

Σηκώθηκε και βγήκε έξω. Μία ελπίδα του έμεινε και έπρεπε να την κυνηγήσει……

—-godzilla

Με αυτές τις μαύρες σκέψεις στο μυαλό του κατηφόρισε αργά προς την πλατεία της πόλης. Το μόνο που τού έμενε να κάνει, για να περισώσει το τελευταίο πράγμα που του είχε απομείνει στη ζωή ήταν η απάτη.

Καθώς διέσχισε τους γεμάτους με αδιάφορα πρόσωπα δρόμους μέσα του εξελίσσονταν μία τιτάνια μάχη. Αυτός που δεν είχε κλέψει ούτε κουρκουμπίνι στην ζωή του. Αυτός που έβλεπε λάμψη και συμπονούσε του υπηρέτες των δράκων ενω οργιζόταν με την μαύρη ψυχή και τις απάτες του Γιανγκου. Είχε πέσει πολύ χαμηλά. θα απατούσε έναν σύλλογο με περίοπτή θέση στην πόλη και μαζί με τον σύλλογο ολόκληρη την πόλη που τόσο αγαπούσε.

Την λύση στο πρόβλημα του την είχε ο Λάρς. Ένας τύπος με σκοτεινό παρελθόν. Ο οποίος από τα πέντε του και όλα του τα χρόνια είχε αρχίσει την εγκληματική του δράση σπάζοντας την πάπια της γιαγιάς του και κόβοντας με το ψαλίδι τον καθετήρα του παππού του. Ο Λάρς έχει την λύση μια και που μπορούσε να τον προμηθεύσει με ένα κάλπικό πιεσόμετρο το όποίο θα αντικαταστούσε το πιεσόμετρο του συλλόγου.

Επιτέλους έφτασε στο σπίτι και αφού την αμόλησε ζέστανε τα αχαμνά του σαν τον Οδυσσέα στο τζάκι. Τι να τον περίμενε άραγε την επόμενη μέρα……

—–Σουγιάς

Όλη τη νύχτα δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Τον βασάνιζε συνεχώς το σχέδιο του Λάρς. Θα τα κατάφερνε? Μέσα του πάλευε το καλό με το κακό, το ηθικό με το άδικο. Ο μικρός άσπρος διαβολάκος τον συμβούλευε να το κάνει. Αντίθετα ο μεγάλος κόκκινος άγγελος τον συμβούλευε να μην το κάνει και να προσπαθήσει να μείνει σταθερός στις αρχές του. Τελικά τους διαολόστειλε και τους δύο και κοιμήθηκε.

Το πρωί σηκώθηκε και πήγε στην τράπεζα να βγάλει πιστωτική κάρτα. Τη χρειαζόταν κατόπιν οδηγίας του Λάρς. Γύρω στις 11 ήταν στο σπίτι του Λάρς. Αυτός του είπε πως δεν είχε το κάλπικό πιεσόμετρο εκείνη τη στιγμή αλλά του έδειξε το πολυπόθητο site www.kalpika_piesometra_gia_th_lesxh.gr όπου θα μπορούσε να βρει αυτό ήθελε. Έτσι με την βοήθεια της κάρτας που μόλις είχε βγάλει παρήγγειλε το κάλπικο πιεσόμετρο των ονείρων του. Του είπαν πως αύριο το πρωί θα το είχε στα χέρια του. Έπρεπε να κάνει υπομονή μια μέρα.

Η αγωνία του είχε φτάσει στο κατακόρυφο, αλλά παρόλα αυτά η πίεσή του δεν ανέβαινε. Έφυγε από τον Λάρς και πήγε σε ένα καταγώγιο με μέθυσους χαραμοφάηδες πρώην παίκτες του Τένις. Μόνο το πρώην Τένις τον ηρεμούσε. Είχε φτάσει πια απόγευμα…..

——Ο Αδιόρθωτος

Έπαιξε δύο παρτίδες πρώην τένις μα ήταν για πρώτη φορά τόσο κουρασμένος. Ίσως ήταν περισσότερο ψυχολογική παρά σωματική η κούραση του. Η μέρα αυτή του φάνηκε σαν αιώνας. Ένιωθε σαν ήταν μελλοθάνατος και περνούσε η τελευταία του ημέρα. Δεν θα ερχόταν την επόμενη μέρα όμως ο σωματικός του θάνατος αλλά ο ψυχικός. Μια μόνο σκέψη τον εμψύχωνε. Ότι θα πετύχει τον σκοπό του….

Μετά από μια πολύωρη κουβέντα με τον Μαύρο Πίτ (έναν αθλητή του πρώην τένις) για τα χελιδόνια ήρθε επιτέλους η ώρα να κοιμηθεί. Ήλπιζε ότι εάν κοιμηθεί οι ώρες θα περνούσανε πιό γρήγορα.

Όμως δεν ήταν καθόλου έτσι. Ένιωθε το κάθε δευτερόλεπτο να περνάει. Μετρούσε τους χτύπους της καρδιάς του. Το κάθε λεπτό ήταν σαν μια μαχαιριά στο ταλαιπωρημένο του κορμί. Η κάθε ώρα ήταν σαν μια βουρδουλιά στην πλάτη του. Οι κάθε 2 ώρες 24 λεπτά και 35,449 δευτερόλεπτα ήταν σαν να του πατούσε αμάξι χοντρού το δεξί του πόδι.

Ξαφνικά όμως γύρω στις 4:15 τα χαράματα ακούστηκε το τηλέφωνο ! Πετάχτηκε από το κρεβάτι σαν παράνομος εραστής την ώρα που μπαίνει η απατημένη σύζηγος στο δωμάτιο και σήκωσε το τηλέφωνο. Στην αρχή άκουγε μόνο μια βαρυά αναπνοή…..φφφφφφφφφφ….χααααααααααα….φφφφφφφφφφφφ……..χαααααααα……
Μετά ακούστηκε μια βαθιά φωνή να λέει : ……..

——Ο Ραταταράτας

«Εδουάρδε…Εγώ είμαι…Ο Μπούμπης…»

Αυτά τα λόγια τάραξαν τον Εδουάρδο τόσο πολύ που το ακουστικό γλίστρησε από το χέρι του και έπεσε με δύναμη πάνω στο πόδι του. Όμως ο Εδουάρδος δεν ένιωσε το ακουστικό. Και ο Πάγκαλος να έπεφτε πάνω του ντυμένος Μάγια η μέλισσα, πάλι δεν θα το’νιωθε. Είχε μείνει αποσβολωμένος να κοιτάει την αφίσσα της Barbara Streizand με ανοιχτό το στόμα και εκτεθειμένο το σφριγηλό ποπουδάκι του, που το γύμναζε με 20 κωλιακούς κάθε πρωί.

Ο Μπούμπης…

Ένας χείμαρρος αναμνήσεων παρέσυρε την συνείδησή του λες και κάποιος είχε τραβήξει το νοητικό του καζανάκι. Οι εικόνες περνούσαν μπροστά από τα μάτια του δίχως σειρά και συνειρμό. Αυτός και ο Μπούμπης, αγκαλιά με τον Γκούφυ στην Ντίσνεϋλαντ.. Σε πιρόγα στα κανάλια της Βενετίας αγκαλιά με τον βαρκάρη.. Στο Θιβέτ αγκαλιά με τον Δαλάι Λάμα.. Στο Τσέρνομπιλ αγκαλιά με τον τρικέφαλο Ουκρανό.. Στον ΟΗΕ αγκαλιά με τον Κόφι Ανάν..

Ο Μπούμπης ήταν ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής του, η πιο μακροχρόνια και σημαντική σχέση του. Όταν τον γνώρισε βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση, προσπαθούσε να συνέλθει από τον δύσκολο χωρισμό του με τον Γιάννο Παπαντωνίου, αλλά αυτός ο ψηλός, γεροδεμένος, γυμνασμένος αγγειοπλάστης, με τα πρασινοβιολετί μάτια, θα τον έκανε να ξεχάσει τα πάντα και να χαθεί στο γοητευτικό και μυστηριώδες βλέμμα του..

Ο Μπούμπης ήταν τέλειος από κάθε άποψη. Ευγενικός, τρυφερός, τζέντλεμαν, αλλά το μεγαλύτερο προσόν του ήταν πράγματι πολύ μεγάλο. Το μαντζαφλάρι του Μπούμπη ήταν τόσο μεγάλο που θα το ζήλευε και ο Κινγκ-Κονγκ, τόσο τέλεια σχηματισμένο σαν έργο τέχνης του Ντα Βίντσι, ήταν το όγδοο θαύμα του κόσμου. Ο Εδουάρδος το λάτρευε το μαντζαφλάρι του Μπούμπη, ήθελε τα πάντα γύρω του να του το θυμίζουν. Έβαλε ένα μπρούτζινο αντίγραφο του μαντζαφλαριού για πόμολο πόρτας, μαντζαφλάρια για βρύσες, κέρινα, μαρμάρινα, ξύλινα μαντζαφλάρια στους τοίχους, στα ταβάνια, παντού. Θα άλλαζε και το κρανίο του για να’χει το σχήμα μαντζαφλαριού ώστε να το βλέπει κάθε πρωί στον καθρέπτη, αν δεν του το απαγόρευε ο πλαστικός χειρούργος του..

Την ονειροπόλησή του διέκοψε ένας μακρόσυρτος υπόκωφος ήχος που τον ξάφνιασε. Όταν έφτασε η μυρωδιά στην μύτη του, κατάλαβε– είχε κλάσει. Σήκωσε από το πάτωμα το ακουστικό με τρεμάμενα χέρια. «Μπούμπη;…»

——Ρεπόρτερ Μπέκας

«Βοήθεια Edouard» άκουσε μια ξεψυχισμένη φωνή, και μετά κάποιος άλλος πήρε το τηλέφωνο. Μια βίαια φωνή, ποιο σκληρή και απο του Σουγκλάκου ακούστηκε.

«Εάν θέλεις να δείς το φίλο σου ξανά κανόνισε να χάσεις αύριο» είπε.

«Ποίος… Ποιός είναι;;» ρώτησε ο Εδουάρδος…

Απο μέσα ακούγοταν οι σπαρακτικές κραυγές του Μπούμπη……

«Τι του κάνετε;;;;» Ούρλιαξε ο Εδουάρδος…….

«ΧΑ ΧΑ, του βγάζουμε τα φρύδια ανάποδα…. Σε λίγο θα έχει μείνει μόνο το κομμάτι πάνω απο την μύτη του και θα είναι σαν τον Χίτλερ ανάποδα…» απάντησε ο άγνωστος.

Ο εδουάρδος έμεινε αποσβολωμένος. Πρώτη φορά άκουγε κάτι τόσο φρικτό. Ακόμα και το σέξ με τον μικρούτσικο ακουγότανε λιγότερο οδυνηρό απο αυτό. Πώς μπορούσε κάποιος άνθρωπος να σκεφτεί κάτι τόσο φριχτό.

«Σας παρακαλώ αφήστε τον» φώναξε…

«Εάν χάσεις άυριο την θέση σου στο Δ.Σ. Θα τον ξαναδείς… Αλλιώς» και η γραμμή έκλεισε αφήνοντας την τελευταία φράση να αιωρέιται.. Ότι και αν έλεγε δεν θα μπορούσε να ακουστεί πιο απειλητικό απο αυτήν την μισοτελειωμένη απειλή….

Ο Εδουάρδος κοίταξε το ακουστικό για λίγο και κάτι μέσα του έσπασε. Δεν ήταν πία ο ίδιος άνθρωπος.

Συνηδητοποίησε οτι του είχε σηκωθεί. Μόνο το άκουσμα του Μπούμπη του την είχε σηκώσει. Ο Μπούμπης πάντα κατάφερνε να του την σηκώσει με το παραμικρό. Η πίεση του ήταν στο τέρμα.

«Τώρα…» είπ娻και να ήθελα δεν μπορώ να χάσω. Μία μόνο λύση έμεινε.»

Με αργά αλλά σίγουρα βήματα βγήκε απο το δωμάτιο. Κατέβηκε στο κελλάρι και πλησίασε έναν τοίχο. Πίεσε μία πέτρα στον τοίχο και άνοιξε την μυστική πόρτα……

——Godzilla

Με το άνοιγμα της πόρτας το πρόσωπό του σκοτείνιασε σαν κάτι πραγματικά μεγάλο και σημαντικό να εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια του. Τόσο σημαντικό όσο το παλαμάρι του Μούμπη. Ήταν η δεύτερη φορά στην ζωή του που θα διάβαινε το κατώφλι του μυστικού δωματίου. Εάν βέβαια εξαιρέσουμε την πρώτη φόρα πού ουσιαστικά ήταν για λόγους επίδειξης αυτή ήταν η πρώτη του φορά.

Εδώ όπως του είχε εκμυστηρευτεί ο παππούς του γνωστός και ως Μαύρος Σκό (η απλός Λάμερ Μπόι για τους πολύ δικούς του ανθρώπους) φύτρωνε κάτι μαγικό. Φυτρώνε το μαγικό σπαράγγι. Το μαγικό σπαράγγι, πέρα από το γεγονός ότι ήταν μαγικό είχε και την εξής καταπληκτική ιδιότητα. Κατάγονταν από το ίδιο γενεαλογικό δεντρο-σπάραγγο με τη διάσημη τηλεοπτική στάρ, την γνωστή σε όλους μας από την Φρουτοποία, Βεατρίκη το σπαράγγι. Το μαγικό σπαράγγι του Εδουάρδου, όπως και η προγιαγιά του Βεατρίκη το σπαράγγι είχαν την ικανότητα να βγάζουν από το αδιέξοδο, σχεδόν κάθε έμβιο ον ή σύνολο εμβίων όντων. Η Βεατρίκη το σπαράγγι είναι γνωστό στην υφήλιο ότι μαζί με τον Λάκη τον Λωτό είχαν σώσει την Φρουτοποία από τους μανάβιδες, “επηρεάζοντας” το αποτέλεσμα του αγώνα πυγμαχίας, μεταξύ του Μανώλη του Μανάβη και του Θάνου του κολοκυθάκι.

Ο Εδουάρδος προχώρησε για να συναντήσει την μοίρα του και το σπαράγγι του. Που θα κατέληγαν όμως όλα αυτά ……

——Sougias…… opws amerikh

Έπρεπε να βρει το σπαράγγι. Το μαγικό εκείνο σπαράγγι που έχει την ίδια επίδραση πάνω του όπως έχει το φυστίκι στον σούπερ Γκούφη!Τον κάνει σούπερ δυνατό. Η ώρα είχε πάει 4. Η πίεση δεν είχε πέσει, αντίθετα είχε φτάσει στο ταβάνι. Όμως δεν τον ενδιέφερε πια να πέσει. Δεν τον ενδιέφερε να χάσει. Μόνο ένα πράγμα τον ένοιαζε. Ο αγαπημένος του Μπούμπης.

Με τη βοήθεια του αμυδρού φωτός ενός φακού πέρασε μέσα από τα λαγούμια του μυστικού δωματίου και έφτασε στο χώρο εκείνο που ήταν το μαγικό σπαράγγι. Το σπαράγγι το φύλαγε η κακιά μάγισσα Σούλα. Για να της το πάρει έπρεπε να απαντήσει ένα πανδύσκολο γρίφο. Ο Εδουάρδος έτρεμε από την αγωνία του. Είχε τόσο άγχος περισσότερο και από αυτό που είχε όταν έπαιζαν στον τελικό του κυπέλλου η Σουαρέ lions με την ομάδα του την Μπερτίκ Ρόβερς. Είδε την κακιά μάγισσα..αναρήγησε…

«Πες μου»…ακούστηκε η βαθιά και ειρωνική φωνή της κακιάς Μάγισσας Σούλας..»τι θες άθλιε Εσουάρδε? Πάλι το μαγικό σπαράγγι??Το έχεις ξεπατώσει το καημένο…Τέλωσπάντων…Τους κανόνες τους ξέρεις…χα χα χα χα χα..πάλι πούλο θα πάρεις όπως τότε που θελες το σπαράγγι για να σώσεις τη Λόλα από το τρένο…και σε πρόλαβε αυτός ο Καρνέησον…ΧΑ ΧΑ ΧΑ..» » Λέγε άκαρδη κακιασμένη και χοντρή μάγισσα…Λέγε την ερώτηση..» είπε με πρωτόγνωρο σθένος ο Εδουάρδος…» Καλά ποταπέ..άκου…πες μου .. πρωτη ερώτηση…αν x=345*ln(257x)+12,879*(x/78) και η γάτα μου έχει δυο βούλες πές μου τι είναι πράσινο ψηλό μαλλιαρό και παίζει μαντολίνο μετά τις 2 κάθε βράδυ???

Ο Εδουάρδος ανατρίχιασε…Ήταν πιο δύσκολο από όσο περίμενε…
Ξαφνικά όμως μια λάμψη εμφανίστηκε στα σκιστά μπιρμπιλωτά γαλαζοπράσινά του μάτια….

……………..Αδιόρθωτος

Τότε απάντησε χωρίς κανένα δισταγμό :
– Ο Κανουγάτσος!
Ήταν μια πολύ σημαντική στιγμή στη ζωή του. Είχε νικήσει την κακιά Μάγισσα Σούλα. Ήταν πολύ τυχερός. Μόλις πρίν λίγα 24ωρα είχε ακούσει τυχαία δύο περαστικούς να συζητάνε μεταξύ τους. Ο ένας ήταν ένας νυσταγμένος πυγμαίος και διαμαρτυρότανε ότι δεν μπορούσε να κοιμηθεί λόγω του μαντολίνου που έπαιζε ο Κανουγάτσος. Ο φίλος του ένας Τασμανός ιερέας του απάντησε ότι του θύμιζε ένα πανέμορφο ξεφτεράκι που είχε στην εκκλησία του, το όνομα του ήταν Κανουγάτσος και δεν μπορούσε να κόψει αυτή την κακή συνήθεια….
Τη σκέψη του διέκοψε η μάγισσα με την απάντηση της :
– ΟΧΙ
– Τι θα πεί όχι ;;;;
– Δεν είναι αυτός, δεν υπάρχει ξέρεις μόνο ένα πράσινο μαλλιαρό τέρας που παίζει μαντολίνο μετά τις 2 κάθε βράδυ….
(τα πόδια του άρχισαν να λυγίζουν, το στομάχι του ήταν δεμένο κόμπος και άρχισε να κάνει εμετό από το δεξί του ρουθούνι)
Για καλή του τύχη η μάγισσα τον λυπήθηκε και έτσι του έδωσε άλλη μια ευκαιρία.
– Έχεις ακόμη μια ευκαιρία, μήπως γλυτώσω το παρκέ μου από τους εμετούς σου.
– Ευχαριστώ πολύ κυριά Μάγισσα.
– Πές μου ποιός είναι ;
– Δεν ξέρω
– Ειλικρινά δεν περίμενα να απαντήσεις. Ο Δεν Ξέρω ο διάσημος φυσιοδίφης δεν είναι γνωστός στους κύκλους σου. Αν και είναι από την Μοζαμβίκη στην οποία έχεις τις καλύτερες αναμνήσεις…..
Ξαφνικά το μυαλό του άρχισε να ξεφεύγει και να εμφανίζεται μπροστά του μέσα σε ένα σύννεφο μια εικόνα την οποία δεν μπορούσε να διώξει από το μυαλό του για πολλά χρόνια….ήταν ένα τεράστιο πράσινο ξύλινο παιδικό αλογάκι….

—–Ραταταράτας

Αυτό το όραμα τον στοίχειωνε σε όλη του την ζωή. Ήτανε μικρό παιδί όταν αυτό το μυστηριώδες πράσινο ξύλινο παιδικό αλογάκι είχε αρχίσει να διεισδύει στα όνειρά του και να δυναστεύει την συνείδησή του. Τότε εμφανιζόταν σχεδόν κάθε μέρα, πάντα ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση, μέσα σε ένα σύννεφο που εξαφάνιζε τα πάντα γύρω του και θόλωνε την όρασή του. Μερικές φορές του δημιουργούσε και προβλήματα, ειδικά όταν εκείνη την στιγμή ξύριζε τα «κουκουνάρια» του.

Μετά την εφηβεία, το όραμα άρχισε σιγά σιγά να υποχωρεί. Αλλά δεν εξαφανίστηκε εντελώς, πάντα εμφανιζόταν στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής του. Όπως τότε που η ζωή του κινδύνευσε σοβαρά όταν είχε πάει σινεμά και κατά λάθος μπήκε σε αίθουσα όπου παιζόταν ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Μετά από 10 λεπτά παρακολούθησης της ταινίας, βρισκόταν στο πάτωμα λιπόθυμος και έβγαζε αφρούς από το στόμα του, μέχρι που μεταφέρθηκε ευσπευσμένα στο νοσοκομείο όπου χαροπάλευε για μια βδομάδα. Ή όταν έμαθε ότι απολύθηκε ο αστυνόμος Θεοχάρης, τότε έκανε πάλι την εμφάνισή του εκείνο το όραμα.

Κανείς δεν μπόρεσε να του εξηγήσει τι σήμαινε αυτό το πράσινο ξύλινο παιδικό αλογάκι. Ούτε καν ο Θάνος Ασκητής δεν ήξερε. Είχε πάρει τηλέφωνο στην εκπομπή του γιατί, εκείνη την περίοδο, είχε μια επίμονη φαντασίωση όπου καβαλούσε το πράσινο ξύλινο παιδικό αλογάκι, το ίδιο αλογάκι του οράματός του με την διαφορά ότι το κεφάλι ήταν το κεφάλι του Μπούμπη. Τώρα τις σκέψεις του Εδουάρδου κατέλαβε αυτή η φαντασίωση– τι ωραία που ένιωθε όταν καβαλούσε τον πράσινο ξύλινο παιδικό αλογάκι-Μπούμπη…

Σύντομα, όμως, ένιωσε το παντελόνι του να στενεύει και προσγειώθηκε στην πραγματικότητα. «Απάντησα στον γρίφο σου κακάσχημη μάγισσα.», είπε. «Τώρα φέρε μου το σπαράγγι γιατί δεν θέλω να κάτσω ούτε άλλο ένα λεπτό μαζί σου. Είσαι τόσο άσχημη που αν η ασχήμια φορολογούταν, θα κάλυπτες την προϋπολογισμό των Ολυμπιακών αγώνων.»

«Ευχαριστώ πολύ! Ξέρεις, μερικοί μου έχουν πει ότι μοιάζω με την Βέφα Αλεξιάδου!», αναφώνησε με αυταρέσκεια η μάγισσα χαϊδεύοντας τις κρεατοελιές της. «Αλλά οι κολακείες σου δεν θα σε βοηθήσουν. Δεν το έχω το σούπερ σπαράγγι. Πριν μερικές μέρες πέρασε ο Κίμωνας Κουλούρης από δω και του το έδωσα.»

Ο Κίμωνας Κουλούρης; Είναι δυνατόν να έχει κάποια σχέση με την πρόσφατη εμφάνιση του Super Κουλούρη; «Μπαα, ανοησίες.», σκέφτηκε ο Εδουάρδος. «Και τί θα κάνω τώρα χωρίς το σπαράγγι;» Το πράσινο ξύλινο παιδικό αλογάκι ακτινοβολούσε κάπου από τα βάθη του μυαλού του.

«Αποκρουστική μάγισσα Σούλα, εδώ και πολλά χρόνια έχω ένα όραμα με ένα πράσινο ξύλινο παιδικό αλογάκι. Μήπως ξέρεις τί σημαίνει;»

Η μάγισσα γούρλωσε τα μάτια της και η έκπληξη ήταν ζωγραφισμένη σε όλο το πρόσωπό της. «ΕΣΥ είσαι ο Μέγας Καβαλάρης;; Δεν θα φανταζόμουν ποτέ οτί ο Μέγας Καβαλάρης θα ήταν κάποιος που ξυρίζει τις μασχάλες του και ακούει Celine Dion.»

«Τις ξυρίζω για να μην γίνουν σαν τα ρουθούνια σου.», ειρωνεύτηκε ο Εδουάρδος. «Τί εννοείς ‘ο Μέγας Καβαλάρης’;»

«Η ιστορία για το πράσινο ξύλινο παιδικό αλογάκι χάνεται στα βάθη των αιώνων. Το μόνο που ξέρω είναι ότι πρόκειται για ένα αντικείμενο που μπορεί να προσφέρει στον κάτοχό του απίστευτη δύναμη. Όμως δεν μπορούν όλοι να το χρησιμοποιήσουν. Κάθε 200-300 χρόνια γεννιέται ένα άτομο που προορίζεται να γίνει ο Μέγας Καβαλάρης, ο μόνος που μπορεί να καβαλήσει το πράσινο ξύλινο παιδικό αλογάκι. Λίγοι από αυτούς συνειδητοποιούν το πεπρωμένο τους, ελάχιστοι προσπαθούν να το βρουν, κανένας δεν τα κατάφερε. Εδουάρδε, εσύ είσαι ο επόμενος!»

Ο Εδουάρδος έμεινε άφωνος προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει αυτό που του είπε η μάγισσα. «Και τώρα τί να κάνω;», ψέλλισε με δισταγμό.

«Πρέπει να βρεις τον μεγαλύτερο και πιο σοφό μάγο της Μπερτίκ, τον Μπαμπαλού. Αυτός μπορεί να σου πει περισσότερα για το πράσινο ξύλινο παιδικό αλογάκι και να σε βοηθήσει στην αναζήτησή σου.»

«Που μπορώ να τον βρω;»

«Εδώ και ένα χρόνο βρίσκεται στο ίδρυμα για άτομα που πάσχουν από Αλτζχάιμερ. Το ίδρυμα είναι στα νοτιοδυτικά της Μπερτίκ, απέναντι από ένα sex shop.»

«Εντάξει, θα πάω να τον βρω. Ευχαριστώ για τις πληροφορίες.»

«Καλή τύχη στην αναζήτησή σου. Είμαι σίγουρη ότι θα σου μείνει αξέχαστη για όλη σου την ζωή! ΜΟΥΑΧΑΧΑΧΑΑΑ!», το σατανικό γέλιο της μάγισσας, αντηχούσε στους σκοτεινούς τοίχους καθώς ο Εδουάρδος έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής…

Εκείνο το ύποπτο χαιρέκακο γέλιο βρισκόταν ακόμα στο μυαλό του όταν έφτασε έξω από το ίδρυμα. Δίστασε να μπει μέσα. Τον κατέκλυσαν συναισθήματα προσμονής, ανυπομονησίας και ενός αδιόρατου φόβου. Τί θα του έλεγε άραγε ο μάγος Μπαμπαλού; Σε τί περιπέτειες έμπαινε πάλι; Χάζεψε για λίγο τα δονητάρια στην βιτρίνα του sex shop, πήρε μια βαθειά ανάσα και πέρασε την πόρτα του ιδρύματος…

——Ρεπόρτερ Μπέκας…

Κεφάλαιο 2
H κάλτσα του κακού

H φωτιά έκαιγε τώρα υπερβολικά. Ο Κόμης Μπατσινίλας καθισμένος στο solarium μπροστά στο τζάκι κοίταξε για άλλη μια φορά το ρολόι του. Η ώρα είχε πάει 12 και ακόμα κανένα νέο απο τον καστανά του χωριού.

Ο κόμης ήταν πολύ ψύχραιμος άνθρωπος. Αλλά αυτή την φορά η αγωνία του είχε φτάσει στο κατακόρυφο και όσο και να προσπαθούσε δεν μπορούσε να την κρύψει. Είχε ποντάρει πολλά σε αυτήν την επιχείρηση. Εάν κάτι πήγαινε στραβά όλα μπορούσαν να καταστραφούν σε κλάσματα δευτερολέπτου.

Κάτι μύριζε σε αυτήν την υπόθεση. Ήταν η κάλτσα του που είχε ανάψει απο το τζάκι. Χωρίς να δώσει σημασία έβαλε το πόδι στου στον κουβά με την μαγιονέζα που πάντα είχε κοντά του για να βουτάει τα πατατάκια.

Η κάλτσα έσβησε. Αλλά η ανησυχία του όμως εξακολουθούσε να τον βασανίζει. Τι θα γίνει με το καταραμένο μύνημα. Θα μπορέσει ο Κάρλτον να φτάσει έγκαιρα στο στοιχειωμένο τυροπιτάδικο; Θα πουλήσει το συλλεκτικό ημερολόγιο με πυροσβέστες με μπικίνι που λάνσαρε;

Όλα γύρναγαν στο μυαλό του. Κι όμως έπρεπε να τα καταφέρει. Η λέσχη ανθρώπων με υψηλή πίεση θα έπεφτε στα χέρια του όπως και το Μπερτίκ. Και τότε όλοι θα γινόντουσαν μέλη της δικιάς του λέσχης. Της λέσχης ανθρώπων που δεν μπορούν να βγάλουν το νερό απο το αυτί τους μετά το μπάνιο. Και τότε αυτός θα τους έδειχνε….

Ξαφνικά η πόρτα χτύπησε…

Έτρεξε και την άνοιξε. Μπροστά του είδε ξεψυχισμένο τον πιστό του Γονδολιέρη που κρατούσε έναν τσίγκινο ανεμοδείκτη.

«Τα καταφέραμε αφεντικό….. Τα …..» και λιποθύμησε.

——–Godzilla

Επιτέλους είχε στα χέρια του τον ανεμοδείκτη. Αφού φώναξε τον άγριο του πιγκουΐνο να φάει τον άχρηστο πλέoν γονδολιέρη καθάρισε όλο ευχαρίστηση τα τριχωτά του ρουθούνια και πήγε για ένα γρήγορο χέσιμο. Καθώς οι κουράδες διέσχιζαν το τροφαντό πρωκτό του άρχιζε να σχεδιάζει την επόμενη κίνηση του.

Όλα πλέoν ήταν απλούστερα τώρα μετά την απόκτηση του ανεμοδείκτη. Η μικρή Μπερτίκ θα βυθιζόταν στο χάος και στην αναρχία κανένας δεν θα ήξερε προς τα που φυσάει το αγέρι και κανένας δεν θα μπορούσε να πετάξει χαρταετό την Καθαρά Δευτέρα. Όλα αυτά βέβαια ήταν αλοιφές για κάλους μπροστά σε αυτά που θα πάθαινε η μικρή αδερφή ο Εδουάρδος. Χωρίς τον κόκορα που είχε στην βάση του ο ανεμοδείκτης δεν θα μπορούσε πότε να βρει το πράσινο αλογάκι. Ενώ ο πανούργος κόμης μέτραγε με υπομονή της κουράδες του, ο Εδουάρδος είχε κιόλας εντοπίσει τον μάγο που θα του έλεγε την αλήθεια για το αλογάκι που στοίχειωνε τα όνειρα του.

Με τις σχετικές συστάσεις ο Εδουάρδος υπέβαλε το Μεγάλο Του Ερώτημα. Ο μάγος αρχικά δυσανασχέτησε και συνέχισε να μασουλάει κάτι μουχλιασμένες γαλέτες που του είχαν ξεμείνει από την κατοχή. Με τα από το σχετικό ρέψιμο του είπε: Για να βρεις το Αλογάκι σου πρέπει να κάνεις τα εξής.

Πρώτον να βρεις τον μέγα Νίντζα της φυλής Τσίρλα και να του ζητήσεις να σου παρασκευάσει το μαγικό κλύσμα.

Δεύτερον να φας τρία φασόλια την ώρα που μια κότα απατάει τον κόκορα του κοπαδιού της με μια πυγολαμπίδα.

Και Τρίτον να πάς στον τσίγκινο κόκορα που βρίσκεται κάτω από τον ανεμοδείκτη της Μπερτίκ και να του κάνεις κλύσμα με το μαγικό κλύσμα της φυλής Τσίρλα. Τότε αυτός αφού σε χέσει θα τα ξεράσει όλα και θα σου πει που στο διάολο βόσκει το Αλογάκι σου.

Τι είναι αυτά που μου λες αυτό δεν μπορεί να τα κάνει ούτε η Μιμή Ντενίση ούτε ο Σουπερ Κουλούρης και θα τα κάνω εγώ. Είπε απελπισμένος ο Εδουάρδος, και έφυγε κλαίγοντας με λυγμούς.

Sougias Opws ameriki………

H ώρα είχε πάει 4. Ο μικρός Εδουάρδος καθόταν σε ένα κατακόκκινο φρεσκοβαμμένο παγκάκι στα νότια προάστια της Μπερτικ. Δεν τον ενδιέφερε που το κόκκινο παντελόνι του είχε γίνει κατακόκκινο από τη φρέσκια μπογιά, ούτε το ότι το κατακόκκινο μπλουζάκι του είχε γεμίσει κόκκινους λεκέδες. Σε 5 ώρες θα γίνοταν η συνέλευση της λέσχης του.

Ο αγαπημένος Μπούμπης του κάπου υπέφερε κάτω από το μαστίγιο του απαγωγέα.
Το μαγικό σπαράγγι είχε γίνει ήδη μια άμορφη μάζα στο στομάχι του Super Κουλούρη.
Όσο για το πράσινο αλογάκι…αυτό φαινόταν το πιο δύσκολο από όλα μετά τις πληροφορίες το μάγου Μπαμπαλού.

Ο Εδουάρδος ξαφνικά αναρίγησε. Θυμήθηκε ότι η μέρα ήταν Τετάρτη και ότι σήμερα κυκλοφορούσε το νέο Σεραφίνο. Πήγε σε ένα περίπτερο, το αγόρασε και κάθισε να το διαβάσει για να ξεχάσει τις σκέψεις του όντας απορροφημένος στις περιπέτειες του χάρτινου ήρωά του.

Εν τω μεταξύ, ο κόμης Μπατσινίλας αφού φύλαξε τον ανεμοδείκτη στην καμμένη κάλτσα του, εκεί που κανένας δε θα μπορούσε-τολμούσε-άντεχε να ψάξει κάθησε αναπαυτικά μπροστά στο σβησμένο τζάκι του για να κρυώσει τα καμμένα πόδια του. Ας όψεται η μαγιονέζα που ήταν χαλασμένη και δεν τον δρόσισε καθόλου. Σκεφτόταν το υποχθόνιο σχέδιό του. Σκεφτόταν το στοιχειωμένο τυροπιτάδικο. Σκεφτόταν τον Μπούμπη.

Ξεχείλιζε από μίσος για τον Εδουάρδο που του είχε κλέψει τον μεγάλο έρωτά του. Άλλωστε για αυτό άνοιξε και τη δική του λέσχη.
Με ένα όνειρο ζούσε. Να εκδικηθεί τον Εδουάρδο. Και τώρα ήταν κοντά. Έλεγχε τα δυο πιο αγαπημένα πράγματα του Εδουάρδου. Ήξερε ότι ο Εδουάρδος ζούσε για τον Μπούμπη και τη λέσχη υπερβολικής κατανάλωσης αλατιού. Τώρα έλεγχε και τα δύο. Με τη σκέψη και μόνο μια λάμψη πέρασε απο τα μάτια του.

Χα χα χα χα χα χα χα χα χα…γέλασε μονάχος….Ήταν πλεον ο κυρίαρχος…χα χα χα χα…Σε λίγο θα τα χε όλα…ένα Εδουάρδο αποτυχημένο, μια λέσχη ανθρώπων που δεν μπορούν να βγάλουν το νερό απο το αυτί τους μετά το μπάνιο στα ντουζένια της και τον Μπούμπη….ναι ξανά τον Μπούμπη δικό του…όπως τότε στα στενά σοκάκια του Μπερτίκ όταν και γνωρίστηκαν. Τότε που ψώνιζαν κάθε μεσημέρι από το ίδιο τυροπιτάδικο. Όταν δεν ήταν ακόμα στοιχειωμένο…

Ξαφνικά ακούστηκε ένας βαρύγδουπος ήχος στην πόρτα που διέκοψε τις σκέψεις του. Κάτι σαν κάποιον που έπεφτε με δύναμη πάνω στο χερούλι της πόρτας. Έτρεξε και άνοιξε την πόρτα. Δεν ήταν τίποτα. Έκλεισε την πόρτα και γύρισε στη θέση του. Όμως εκεί είδε κάποιον να κάθεται στην πολυθρόνα του. Ήταν ο Κάρλτον με έναν ελβετικό σουγιά καρφωμένο στο στέρνο. Ήταν ο Κάρλτον…ΝΕΚΡΟΣ…

——–Ο Αδιόρθωτος……..

Ο Κόμης Μπατσινίλας σαστισμένος, ψέλλισε:
«Πως είναι δυνατόν; Όχι, όχι, όχι».
Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε.
«Αφού έχω πει να μην μπαίνει κανείς στο σπίτι αν δεν λερώσει τα παπούτσια του και πει “ουινκ-τριαλαριλαρό”!».
Ξεπερνώντας την ταραχή του, πήγε αμέσως να κάνει αυτό που έκανε πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις: πάτησε το «PLAY» στο ΒΙΝΤΕΟ και άρχισε η ταινία της Κάντυ-Κάντυ. Κάθισε αναπαυτικά στο δρύινο καπάκι της λεκάνης που χρησιμοποιούσε για κάθισμα και αφήνοντας μια κλανιά, επανεκτίμησε την κατάσταση.

Ο Κάρλτον ήταν νεκρός. Το πώς και το γιατί δεν είχε σημασία. Σημασία έχει πως η βοήθεια που υπολόγιζε από τους πυροσβέστες με μπικίνι έμοιαζε πλέον αβέβαιη. Απ’ ότι φαινόταν το στοιχειό του στοιχειωμένου τυροπιτάδικου είχε κλέψει από το άψυχο πια σώμα του Κάρλτον τα ημερολόγια των πυροσβεστών με μπικίνι. Ήξερε ότι το στοιχειό αυτό έκανε συλλογή από τέτοιου είδους ημερολόγια. Ο ίδιος του είχε παραχωρήσει τη δική του συλλογή από ημερολόγια με ανθυπομοίραρχους με λιπ-γκλος, σε αντάλλαγμα για το τελευταίο τεύχος της Σούπερ Κατερίνας. Δεν φαντάστηκε όμως ότι το στοιχειό θα ‘φτανε ως εκεί!

Έκλεισε το ΒΙΝΤΕΟ. Σκούπισε με βία τη ροδαλή, χοντροκομένη μύτη του χρησιμοποιώντας το βελούδινο μαντήλι του με το πορτρέτο του Χρήστου Πρωτόπαπα και πήρε τη μεγάλη απόφαση. Θα πήγαινε ο ίδιος να λογαριαστεί με το στοιχειό.
Θα τελείωνε τις υποθέσεις του μ’ αυτό το μίασμα μια και καλή. Το μήνυμα έπρεπε να παραδοθεί. Οι πυροσβέστες με μπικίνι είχαν ακόμα μια ελπίδα. Ο Εδουάρδος δεν θα του ‘παιρνε ξανά τον Μπούμπη!

Μέτρησε μια τελευταία φορά τα σύνεργά του. Ήταν όλα εκεί:
Το ξύλινο πόδι του.
Το άλλο ξύλινο πόδι του.
Μια πρέζα δεντρολίβανο.
Ένα σακί πράσινες τηγανητές ντομάτες.
Ένας κουραδοκόφτης.
Ο οδηγός του «Πώς να φτιάξετε την πιο επιτυχημένη λέσχη ανθρώπων που δεν μπορούν να βγάλουν το νερό από το αυτί τους μετά το μπάνιο, Νο 2» στα σουαχίλι.
Τα slippad.
Φόρεσε τα carman του και με τους ONE να τραγουδούν “…gimme gimme gimme your lovin…” μέσα από τα ηχεία του, μια και δυο ξεκίνησε για το στοιχειωμένο τυροπιτάδικο…

———Πάνος Ρόμπολος

Ο Εδουάρδος δε γνώριζε τίποτα για όλα όσα συνέβαιναν πίσω από την πλάτη του. Σκοπός του ήταν να βρει τη φυλή Τσίρλα. Πήρε λοιπόν το μετρό με προορισμό την τελευταία στάση της πόλης, τα χαμόσπιτα της συνοικίας Μπλιαχ. Παλιά ήταν μία από τις πιο όμορφες τις πόλης με τη γνωστή αγορά πλανόδιων πωλητών που πουλούσαν διάφορα μπιχλιμπιδάκια. Μετά λόγω μίας υπερφόρτωσης του δικτύου αποχέτευσης που οφειλόταν στα απορρίμματα των ελεφάντων ενός τσίρκο που είχε σταματήσει για καιρό στην πόλη, η περιοχή είχε κατακλυστεί από μία ανυπόφορη μπόχα και σταδιακά υποβαθμίστηκε για να μετονομαστεί σε Μπλιαχ, υποκοριστικό από τα μπιχλιμπιδάκια.

Όταν έφτασε εκεί ο Εδουάρδος έψαξε πληροφορίες για τη φυλή και έμαθε ότι υπήρχε μία τέτοια μέσα στο δάσος. Αμέσως άρχισε να ψάχνει για μεταφορικό μέσο. Η αναζήτησή του τον οδήγησε σε έναν πωλητή αλόγων, ονόματι Κτήνος Βάσης. Όταν είδε τα άλογα, η εικόνα του Μπούμπη ξεθώριασε από το μυαλό του και τη θέση του πήρε το όμορφο άσπρο άλογο που λιαζόταν νωχελικά πίσω από τον ξύλινο φράχτη. Και αμέσως κατάλαβε την πλάνη που ζούσε τόσον καιρό, κατάλαβε τον προορισμό του και επιτέλους ξύπνησε από το λήθαργο που ζούσε τόσα χρόνια. Για πρώτη φορά ήξερε τι να κάνει και γέμισε με αυτοπεποίθηση. Αγόρασε το άλογο και ξεκίνησε αμέσως για το δάσος. Προς μεγάλη του έκπληξη γνώριζε πολύ καλά να ιππεύει, αν και ποτέ του δεν είχε επαφή με τα άλογα στη ζωή του. Και όμως παράξενες μνήμες άρχισαν να έρχονται στο μυαλό του σαν να είχε αμνησία και να είχε αρχίσει να συνέρχεται.

Με τις σκέψεις αυτές έφτασε στο δάσος και μπήκε μέσα. Κάποια στιγμή άκουσε θορύβους και ξαφνικά βρέθηκε περικυκλωμένος από εφτά νίτζα που κρατούσαν μακριά σπαθιά. Κοίταξε ψηλά στον ουρανό με απόγνωση και τότε μία κουτσουλιά ήρθε και έπεσε στο δεξί του μάτι. Οι νίτζα κοντοστάθηκαν και ο ένας ψέλλισε:

«Η προφητεία ολοκληρώνεται σιγά σιγά, ‘ο μονοκούτσουλος άντρας που την έχει μικρή και θα έρθει όταν ο ανεμοδείκτης θα έχει χαθεί»……

——–Μπίλιας——–

1 Σχόλιο to “Ένα εντελώς άχρηστο διήγημα……”


  1. 1 johny veissmiller 7 Νοεμβρίου, 2008 στο 8:48 πμ

    Πω πω, τι καγκουριές είναι αυτές…

    Πονάει το κεφάλι μου με αυτά που διάβασα..
    Τι παίρνετε;;;;;;;;;;;


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s




ΠΡΟΣΟΧΗ

Προς το παρών αναδημοσιεύουμε το περιεχόμενο του KVM όπως αυτό έχει διασωθεί απο το 2003. Σύντομα θα προχωρήσουμε και στην δημιουργία νέου υλικού...

Γελοίοι…

**Εαν θέλετε να αρθρογραφήσετε στο KVM.gr, καταρχήν είστε ψώνια και κατα δεύτερον πολύ μικροί για να συγκριθείτε μαζί μας. Παρόλα αυτά εάν επιμένετε στείλτε ένα βιογραφικό (για να γελάσουμε) και το άρθρο σας στους αρχισυντάκτες.

**Εάν θέλετε να επικοινωνήσετε μαζί μας για οτιδήποτε άλλο (εμείς δεν θέλουμε) στείλτε e-mail
Εάν έχετε οποιαδήποτε αντίρρηση με αυτά που γράφονται στο kvm.gr και θεωρείτε πως έχετε το κατάλληλο πνευματικό επίπεδο για να έρθετε σε αντιπαράθεση μαζί μας, σας ικετεύουμε να επικοινωνήσετε μαζί μας. Στείλτε τα γεμάτα μίσος γράμματα σας στο gfiinc(at)gmail.com. Θα σας απαντήσουμε καταλλήλως με όση γλαφυρότητα μπορεί να προσφέρει η Ελληνική Υβρεολογία, αν και όσο και αν προσπαθήσουμε σίγουρα δεν θα καταφέρουμε να κυλίσουμε στο επίπεδο σας.
Δείτε εδώ την αλληλογραφία μας.

Αρέσει σε %d bloggers: